tolerable
to
ˈtɒ
to
le
ra
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "tolerable"στα αγγλικά

01

ανεκτός, υποφερτός

able to be accepted or endured without causing excessive discomfort or dissatisfaction 
tolerable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tolerable
συγκριτικός βαθμός
more tolerable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the noise from the construction, the level was tolerable for most of the residents. 

Παρά τον θόρυβο από την κατασκευή, το επίπεδο ήταν ανεκτό για τους περισσότερους κατοίκους.

02

ανεκτός, ικανοποιητικός

not excellent but sufficient or passable 
Παραδείγματα
His writing was tolerable, though it lacked creativity. 

Το γράψιμό του ήταν ανεκτό, αν και έλειπε η δημιουργικότητα.

Λεξικό Δέντρο

intolerable
tolerably
tolerable
toler
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store