Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Toleration
01
ανοχή, αποδοχή
willingness to allow something that one does not like or agree with to happen or exist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ανοχή, αποδοχή
a disposition to tolerate or accept people or situations
Λεξικό Δέντρο
toleration
tolerate
toler



























