toleration
to
ˌtɑ
τα
le
λερ
ra
ˈreɪ
ρει
tion
ʃən
σαν
/tˌɒləɹˈe‍ɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "toleration"στα αγγλικά

01

ανοχή, αποδοχή

willingness to allow something that one does not like or agree with to happen or exist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ανοχή, αποδοχή

a disposition to tolerate or accept people or situations
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store