Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passable
01
διαβατός, προσβάσιμος
of a road or path that is clear and safe to travel on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passable
συγκριτικός βαθμός
more passable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The road was barely passable after the heavy snowfall.
Ο δρόμος ήταν μόλις διασχίσιμος μετά τη βαρύ χιονόπτωση.
Παραδείγματα
The food was passable, but not memorable.
Το φαγητό ήταν αποδεκτό, αλλά όχι αξέχαστο.
Λεξικό Δέντρο
impassable
passably
unpassable
passable
pass



























