passable
pa
ˈpæ
παι
ssa
σα
ble
bəl
μπαλ
/pˈɑːsəbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "passable"στα αγγλικά

01

διαβατός, προσβάσιμος

of a road or path that is clear and safe to travel on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most passable
συγκριτικός βαθμός
more passable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The route remained passable despite the recent storms.
Η διαδρομή παρέμεινε διασχίσιμη παρά τις πρόσφατες καταιγίδες.
02

αποδεκτός, μέτριος

acceptable, though not exceptional
Παραδείγματα
The weather was passable, with only a few clouds.
Ο καιρός ήταν αποδεκτός, με λίγα σύννεφα μόνο.

Λεξικό Δέντρο

impassable
passably
unpassable
passable
pass
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store