Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
passable
01
διαβατός, προσβάσιμος
of a road or path that is clear and safe to travel on
Παραδείγματα
The route remained passable despite the recent storms.
Η διαδρομή παρέμεινε διασχίσιμη παρά τις πρόσφατες καταιγίδες.
Παραδείγματα
The weather was passable, with only a few clouds.
Ο καιρός ήταν αποδεκτός, με λίγα σύννεφα μόνο.
Λεξικό Δέντρο
impassable
passably
unpassable
passable
pass



























