tocology
to
təʊ
tew
co
ˈkɒ
ko
lo
gy
ʤi
ji
topologytoxicology

Ορισμός και σημασία του "tocology"στα αγγλικά

01

τοκολογία, επιστήμη του τοκετού

the branch of medical science dealing with childbirth and obstetrics 
tocology definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store