toboggan
to
bo
ˈbɒ
bo
ggan
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "toboggan"στα αγγλικά

01

τομπογκάν, έλκηθρο

a long flat seat with a curved front that people can sit on and slide down snowy hills 
toboggan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
toboggans
to toboggan
01

κινείται σε έλκηθρο ή τομπογκάν

move along on a luge or toboggan 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
toboggan
γ΄ ενικό πρόσωπο
toboggans
ενεστώτα μετοχή
tobogganing
απλός αόριστος
tobogganed
παθητική μετοχή
tobogganed

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

tobogganist
toboggan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store