toddle
to
ˈtɑ
taa
ddle
dəl
dēl
/tˈɒdə‍l/

Ορισμός και σημασία του "toddle"στα αγγλικά

to toddle
01

περπατώ ασταθώς, κάνω τα πρώτα βήματα

to walk unsteadily, usually referring to young children just learning to walk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
toddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
toddles
ενεστώτα μετοχή
toddling
απλός αόριστος
toddled
παθητική μετοχή
toddled
Παραδείγματα
Parents often hold their child 's hands while they toddle.
Οι γονείς συχνά κρατούν το χέρι του παιδιού τους ενώ κάνει τα πρώτα του βήματα.

Λεξικό Δέντρο

toddler
toddle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store