Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tiptop
01
η ακραία κορυφή, η κορυφή
the extreme top or summit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tiptops
02
κορυφή, απώγειο
the highest level or degree attainable; the highest stage of development
tiptop
01
εξαιρετικός, υψηλότερης ποιότητας
excellent or of the highest quality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tiptop
συγκριτικός βαθμός
more tiptop
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hotel staff provided tiptop service throughout our stay.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου παρείχε εξαιρετική εξυπηρέτηση καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής μας.
Λεξικό Δέντρο
tiptop
tip
top



























