Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tires
Παραδείγματα
She noticed the tread on her tires was worn down and decided it was time for a replacement.
Παρατήρησε ότι το πέλμα των ελαστικών της είχε φθαρεί και αποφάσισε ότι ήταν ώρα για αντικατάσταση.
to tire
01
κουράζω, εξαντλώ
to cause someone or something to feel exhausted
Transitive: to tire sb
Παραδείγματα
The long hike tired him.
02
κουράζομαι, βαρεθώ
to no longer be interested in something or someone
Intransitive: to tire of sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
tire
γ΄ ενικό πρόσωπο
tires
ενεστώτα μετοχή
tiring
απλός αόριστος
tired
παθητική μετοχή
tired
Παραδείγματα
After months of hearing the same arguments, I began to tire of the endless debates about the project’s direction.
Μετά από μήνες ακρόασης των ίδιων επιχειρημάτων, άρχισα να κουράζομαι από τις ατελείωτες συζητήσεις σχετικά με την κατεύθυνση του έργου.
03
κουράζω, βαρεθώ
to make someone lose interest or feel bored
Transitive: to tire sb
Παραδείγματα
The speaker’s monotone voice quickly tired the audience.
Η μονότονη φωνή του ομιλητή κούρασε γρήγορα το κοινό.
Λεξικό Δέντρο
tireless
tire



























