tire
Pronunciation
/ˈtaɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "tire"στα αγγλικά

01

ελαστικό

a circular rubber object that covers the wheel of a vehicle
Dialectamerican flagAmerican
tyrebritish flagBritish
tire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tires
Παραδείγματα
He changed the tire on his bike before the race.
Άλλαξε το λαστιχο του ποδηλάτου του πριν από τον αγώνα.
to tire
01

κουράζω, εξαντλώ

to feel exhausted due to strain or stress
Transitive: to tire sb
to tire definition and meaning
Παραδείγματα
The challenging assignment last week tired her.
Η απαιτητική εργασία της περασμένης εβδομάδας την κούρασε.
02

κουράζομαι, βαρεθώ

to no longer be interested in something or someone
Intransitive: to tire of sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
tire
γ΄ ενικό πρόσωπο
tires
ενεστώτα μετοχή
tiring
απλός αόριστος
tired
παθητική μετοχή
tired
Παραδείγματα
I used to enjoy that TV show, but I ’ve started to tire of the predictable plot twists and lack of character development.
Απολάμβανα εκείνο το τηλεοπτικό σόου, αλλά άρχισα να κουράζομαι από τις προβλέψιμες ανατροπές της πλοκής και την έλλειψη ανάπτυξης χαρακτήρων.
03

κουράζω, βαρεθώ

to make someone lose interest or feel bored
Transitive: to tire sb
Παραδείγματα
The tedious instructions in the manual tired the new employee.
Οι κουραστικές οδηγίες στο εγχειρίδιο κούρασαν τον νέο υπάλληλο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store