Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
timid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
timidest
συγκριτικός βαθμός
timider
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was too timid to speak up during meetings, fearing she would say something wrong.
Ήταν πολύ ντροπαλή για να μιλήσει κατά τις συναντήσεις, φοβούμενη ότι θα πει κάτι λάθος.
1.1
δειλός, ντροπαλός
not having self-assurance or confidence in one's abilities or decisions
Παραδείγματα
The timid student rarely spoke in class.
Ο ντροπαλός μαθητής μιλούσε σπάνια στην τάξη.
Timid
01
δειλός, φοβιτσιάρης
a person who is habitually fearful, cautious, or lacking self-confidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
timids
Παραδείγματα
The timid avoided speaking in public.
Οι δειλοί απέφευγαν να μιλούν δημοσίως.
Λεξικό Δέντρο
timidly
timidness
timid



























