Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thrum
01
βουητό, δόνηση
a continuous, low, vibrating sound, often rhythmic or steady in nature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thrums
Παραδείγματα
The thrum of rain on the roof provided a soothing backdrop to her reading.
Ο βουητός της βροχής στη στέγη παρείχε ένα χαλαρωτικό υπόβαθρο για την ανάγνωσή της.
to thrum
01
βουίζω, παράγω ρυθμικό ήχο
make a rhythmic sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thrum
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrums
ενεστώτα μετοχή
thrumming
απλός αόριστος
thrummed
παθητική μετοχή
thrummed
02
βουίζω, βροντώ
sound with a monotonous hum
03
πλήττω τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου), τραβώ τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου)
sound the strings of (a stringed instrument)



























