thrum
thrum
θrʌm
thram
scrumthumbrhumbbegum

Ορισμός και σημασία του "thrum"στα αγγλικά

01

βουητό, δόνηση

a continuous, low, vibrating sound, often rhythmic or steady in nature 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thrums
Παραδείγματα
The bass guitar's thrum filled the concert hall with a deep, rhythmic pulse. 

Ο βουητός της μπάσας γέμισε την αίθουσα συναυλιών με έναν βαθύ, ρυθμικό παλμό.

to thrum
01

βουίζω, παράγω ρυθμικό ήχο

make a rhythmic sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thrum
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrums
ενεστώτα μετοχή
thrumming
απλός αόριστος
thrummed
παθητική μετοχή
thrummed
02

βουίζω, βροντώ

sound with a monotonous hum 
03

πλήττω τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου), τραβώ τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου)

sound the strings of (a stringed instrument) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store