thrum
Pronunciation
/θɹˈʌm/

Ορισμός και σημασία του "thrum"στα αγγλικά

01

βουητό, δόνηση

a continuous, low, vibrating sound, often rhythmic or steady in nature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
thrums
Παραδείγματα
The thrum of rain on the roof provided a soothing backdrop to her reading.
Ο βουητός της βροχής στη στέγη παρείχε ένα χαλαρωτικό υπόβαθρο για την ανάγνωσή της.
to thrum
01

βουίζω, παράγω ρυθμικό ήχο

make a rhythmic sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
thrum
γ΄ ενικό πρόσωπο
thrums
ενεστώτα μετοχή
thrumming
απλός αόριστος
thrummed
παθητική μετοχή
thrummed
02

βουίζω, βροντώ

sound with a monotonous hum
03

πλήττω τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου), τραβώ τις χορδές (ενός έγχορδου οργάνου)

sound the strings of (a stringed instrument)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store