thriving
thri
ˈθraɪ
thrai
ving
vɪng
ving
thrillingthieving

Ορισμός και σημασία του "thriving"στα αγγλικά

01

ακμάζων, επιτυχημένος

characterized by growth and success 
thriving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thriving
συγκριτικός βαθμός
more thriving
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
economy, growth, success
Παραδείγματα
The thriving business expanded its operations to new markets. 

Η ανθισμένη επιχείρηση επέκτεινε τις δραστηριότητές της σε νέες αγορές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

thriving
thrive
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store