Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thriving
01
ακμάζων, επιτυχημένος
characterized by growth and success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thriving
συγκριτικός βαθμός
more thriving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing challenges, the company remained thriving due to its innovative approach.
Παρά τις προκλήσεις, η εταιρεία παρέμεινε ακμάζουσα λόγω της καινοτόμου προσέγγισής της.
Λεξικό Δέντρο
thriving
thrive



























