thriving
Pronunciation
/ˈθɹaɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "thriving"στα αγγλικά

01

ακμάζων, επιτυχημένος

characterized by growth and success
thriving definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thriving
συγκριτικός βαθμός
more thriving
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite facing challenges, the company remained thriving due to its innovative approach.
Παρά τις προκλήσεις, η εταιρεία παρέμεινε ακμάζουσα λόγω της καινοτόμου προσέγγισής της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store