Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bingle
01
μια βάση χτύπημα στο οποίο ο χτυπών σταματά με ασφάλεια στην πρώτη βάση, μονό χτύπημα
a base hit on which the batter stops safely at first base
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bingles
02
μικρό ατύχημα, μικρή σύγκρουση
a minor car accident
Παραδείγματα
Police arrived quickly to clear the scene of the bingle and help with the paperwork.
Η αστυνομία έφτασε γρήγορα για να καθαρίσει τη σκηνή του μικρού ατυχήματος και να βοηθήσει με τα χαρτιά.



























