binoculars
bi
bi
no
ˈnɒ
no
cu
kjʊ
kyoo
lars
ləz
lēz

Ορισμός και σημασία του "binoculars"στα αγγλικά

01

κιάλια

the devices used to see distant objects more clearly by looking through two small telescopes mounted together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
binoculars
Παραδείγματα
The birdwatcher used binoculars to observe rare species in the treetops. 

Ο παρατηρητής πουλιών χρησιμοποίησε κιάλια για να παρατηρήσει σπάνια είδη στις κορυφές των δέντρων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store