thematic
the
θɪ
thi
ma
ˈmæ
tic
tɪk
tik
theistic

Ορισμός και σημασία του "thematic"στα αγγλικά

01

θεματικός, σχετικός με ένα θέμα

relating to or characterized by specific subjects within a work or context 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The thematic analysis of the novel revealed underlying messages about love, loss, and redemption. 

Η θεματική ανάλυση του μυθιστορήματος αποκάλυψε υποκείμενα μηνύματα για την αγάπη, την απώλεια και τη λύτρωση.

02

θεματικός, σχετικός με ένα μελωδικό θέμα

of or relating to a melodic subject 

Λεξικό Δέντρο

unthematic
thematic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store