Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thematic
01
θεματικός, σχετικός με ένα θέμα
relating to or characterized by specific subjects within a work or context
Παραδείγματα
The thematic consistency of the series made it a compelling narrative that kept viewers engaged from start to finish.
Η θεματική συνέπεια της σειράς την έκανε μια συναρπαστική αφήγηση που κράτησε τους θεατές αφοσιωμένους από την αρχή μέχρι το τέλος.
02
θεματικός, σχετικός με ένα μελωδικό θέμα
of or relating to a melodic subject
Λεξικό Δέντρο
unthematic
thematic



























