theism
thei
ˈθiɪ
θιι
sm
zəm
ζαμ
/θˈiːɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "theism"στα αγγλικά

01

θεϊσμός, πεποίθηση στην ύπαρξη ενός ή περισσότερων θεών

the belief in the existence of one or more gods or deities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Their theism included worship of multiple gods and goddesses.
Ο θεϊσμός τους περιλάμβανε τη λατρεία πολλών θεών και θεών.

Λεξικό Δέντρο

monotheism
tritheism
theism
the
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store