Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Theism
01
θεϊσμός, πεποίθηση στην ύπαρξη ενός ή περισσότερων θεών
the belief in the existence of one or more gods or deities
Παραδείγματα
Their theism included worship of multiple gods and goddesses.
Ο θεϊσμός τους περιλάμβανε τη λατρεία πολλών θεών και θεών.
Λεξικό Δέντρο
monotheism
tritheism
theism
the



























