Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenderly
01
τρυφερά, με τρυφερότητα
in a gentle, affectionate, or caring manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She tenderly kissed her son goodnight.
Τρυφερά φίλησε τον γιο της για καληνύχτα.
1.1
απαλά, με τρυφερότητα
in a cautious or delicate manner to avoid causing pain or harm
Παραδείγματα
She tenderly touched the bruised area on her leg.
Αγγίξει απαλά την μωλωπισμένη περιοχή στο πόδι της.
02
τρυφερά, μαλακά
in a soft or easily chewable way
Παραδείγματα
The lamb was tenderly roasted for hours.
Το αρνί ψήθηκε απαλά για ώρες.
Λεξικό Δέντρο
tenderly
tender



























