tenable
te
ˈtɛ
te
nable
nəbl
nēbl
amenable

Ορισμός και σημασία του "tenable"στα αγγλικά

01

υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος

able to be defended, justified, or maintained against criticism or opposition 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tenable
συγκριτικός βαθμός
more tenable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His theory on the origins of the universe was considered tenable by many scientists due to its adherence to known laws of physics. 

Η θεωρία του για την προέλευση του σύμπαντος θεωρήθηκε υπερασπίσιμη από πολλούς επιστήμονες λόγω της συμμόρφωσής της με τους γνωστούς νόμους της φυσικής.

Λεξικό Δέντρο

tenability
tenableness
untenable
tenable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store