tenable
Pronunciation
/ˈtɛnəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "tenable"στα αγγλικά

01

υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος

able to be defended, justified, or maintained against criticism or opposition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tenable
συγκριτικός βαθμός
more tenable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In academic circles, only theories supported by empirical evidence and sound reasoning are considered tenable.
Στα ακαδημαϊκά κύκλα, μόνο οι θεωρίες που υποστηρίζονται από εμπειρικά στοιχεία και σωστή συλλογιστική θεωρούνται υπερασπίσιμες.

Λεξικό Δέντρο

tenability
tenableness
untenable
tenable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store