Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tenable
01
υπερασπίσιμος, δικαιολογήσιμος
able to be defended, justified, or maintained against criticism or opposition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tenable
συγκριτικός βαθμός
more tenable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, theory, position
Παραδείγματα
His theory on the origins of the universe was considered tenable by many scientists due to its adherence to known laws of physics.
Η θεωρία του για την προέλευση του σύμπαντος θεωρήθηκε υπερασπίσιμη από πολλούς επιστήμονες λόγω της συμμόρφωσής της με τους γνωστούς νόμους της φυσικής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tenability
tenableness
untenable
tenable



























