teeny
tee
ˈti
τι
ny
ni
νι
/tˈiːni/

Ορισμός και σημασία του "teeny"στα αγγλικά

01

μικρούτσικος, πολύ μικρός

having a very small size
Παραδείγματα
The dollhouse had teeny furniture that looked incredibly realistic.
Το κουκλόσπιτο είχε μικροσκοπικά έπιπλα που έμοιαζαν απίστευτα ρεαλιστικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store