Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teeter
01
τραμπάλα, ζυγοσκαλής
a plaything consisting of a board balanced on a fulcrum; the board is ridden up and down by children at either end
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teeters
to teeter
01
ταλαντεύομαι, κλυδωνίζομαι
to stand or move in an unsteady or unstable manner, as if about to lose balance or topple over
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
teeter
γ΄ ενικό πρόσωπο
teeters
ενεστώτα μετοχή
teetering
απλός αόριστος
teetered
παθητική μετοχή
teetered
Παραδείγματα
The toddler began to teeter as he took his first steps.
Το μικρό παιδί άρχισε να ταλαντεύεται καθώς έκανε τα πρώτα του βήματα.



























