Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to taunt
01
χλευάζω, πειράζω
to upset one by saying disrespectful things to them or constantly making fun of them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
taunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
taunts
ενεστώτα μετοχή
taunting
απλός αόριστος
taunted
παθητική μετοχή
taunted
Παραδείγματα
The bullies taunted the new student about his clothes.
Οι νταήδες χλεύαζαν τον νέο μαθητή για τα ρούχα του.
Taunt
01
χλευασμός, γελοιοποίηση
an insulting or mocking remark or action intended to provoke someone or elicit a reaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
taunts
Παραδείγματα
His taunts only fueled her determination to succeed despite the challenges.
Οι χλευασμοί του μόνο τροφοδότησαν την αποφασιστικότητά της να πετύχει παρά τις προκλήσεις.
Λεξικό Δέντρο
taunting
taunting
taunt



























