tattered
ta
ˈtæ
ttered
təd
tēd
batteredshattered

Ορισμός και σημασία του "tattered"στα αγγλικά

01

σκισμένος, φθαρμένος

old, worn, and in poor condition, often due to long use or neglect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tattered
συγκριτικός βαθμός
more tattered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tattered flag still flew proudly, though its edges were frayed and torn. 

Η κουρελιασμένη σημαία ανέμιζε ακόμη με περηφάνια, αν και οι άκρες της ήταν ξεφτισμένες και σκισμένες.

02

κουρελιασμένος, κατεστραμμένος

ruined or disrupted 
03

κουρελιασμένος, σκισμένος

(of a person) wearing clothing that is torn, frayed, or in poor condition 
Παραδείγματα
The tattered old man wandered through the streets, looking for shelter. 

Ο κουρελιασμένος γέρος περιπλανιόταν στους δρόμους, ψάχνοντας καταφύγιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store