Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tattered
01
σκισμένος, φθαρμένος
old, worn, and in poor condition, often due to long use or neglect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tattered
συγκριτικός βαθμός
more tattered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The tattered flag still flew proudly, though its edges were frayed and torn.
Η κουρελιασμένη σημαία ανέμιζε ακόμη με περηφάνια, αν και οι άκρες της ήταν ξεφτισμένες και σκισμένες.
02
κουρελιασμένος, κατεστραμμένος
ruined or disrupted



























