tallow
ta
ˈtæ
llow
ləʊ
lew
fallowmallowcallowsallow

Ορισμός και σημασία του "tallow"στα αγγλικά

01

ζωικό λίπος, στεατίνη

a solid, fatty substance derived from animal fat, often used in candles and soap-making 
tallow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tallows
Παραδείγματα
The antique collector stumbled upon a collection of vintage candles made from tallow. 

Ο συλλέκτης αντικειμένων αντίκας σκόνταψε σε μια συλλογή βινταζ κεριών κατασκευασμένων από ζωικό λίπος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store