Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Talon
01
νύχι, δαγκάνα
a long, sharp nail on the foot of some birds, especially birds of prey
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
talons
02
ταλόν
the stock or the undealt cards that remain face-down on the table



























