Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tainted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tainted
συγκριτικός βαθμός
more tainted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His tainted reputation made it difficult for him to find work.
Η κηλιδωμένη φήμη του έκανε δύσκολο για αυτόν να βρει δουλειά.
02
μολυσμένος, ρυπασμένος
polluted or made impure by contact with something harmful or undesirable
Παραδείγματα
The water was tainted with industrial waste.
Το νερό ήταν μολυσμένο με βιομηχανικά απόβλητα.



























