Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
big deal
01
μεγάλη υπόθεση, τι σημασία έχει
used to sarcastically or dismissively comment on something perceived as unremarkable or inconsequential
Παραδείγματα
So you finished your homework early, big deal.
Οπότε τελείωσες τις εργασίες σου νωρίς, μεγάλη υπόθεση.
Big deal
01
μεγάλη υπόθεση, κάτι σημαντικό
something of high priority or special importance
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
big deals
Παραδείγματα
They told him not to worry because it wasn’t a big deal.
Του είπαν να μην ανησυχεί γιατί δεν ήταν μεγάλη υπόθεση.
02
μεγάλο ψάρι, σημαντικό πρόσωπο
an important influential person



























