Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
big deal
01
μεγάλη υπόθεση, τι σημασία έχει
used to sarcastically or dismissively comment on something perceived as unremarkable or inconsequential
Παραδείγματα
You got a B on the test, big deal.
Πήρες ένα B στο τεστ, μεγάλη υπόθεση.
Big deal
01
μεγάλη υπόθεση, κάτι σημαντικό
something of high priority or special importance
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
big deals
Παραδείγματα
The announcement caused a big deal in the media.
Η ανακοίνωση προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στα μέσα ενημέρωσης.
02
μεγάλο ψάρι, σημαντικό πρόσωπο
an important influential person



























