Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
taciturn
01
λιγόλογος, σιωπηλός
tending to be reserved and untalkative, in a way that makes one seem unfriendly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most taciturn
συγκριτικός βαθμός
more taciturn
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His taciturn demeanor at the party gave the impression that he wasn't enjoying himself.
Η σιωπηλή του συμπεριφορά στο πάρτι έδωσε την εντύπωση ότι δεν διασκέδαζε.
Λεξικό Δέντρο
taciturnly
taciturn
tacit



























