Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tacker
01
συρραπτικό, συρραπτικό μηχάνημα
a hand-held machine for driving staples home
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tackers
02
ραπτής, κεντητής
a sewer who fastens a garment with long loose stitches
03
καρφωτής, τακεράς
a worker who fastens things by tacking them (as with tacks or by spotwelding)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
tacker
tack



























