tacit
ta
ˈtæ
ται
cit
sɪt
σιτ
/tˈæsɪt/

Ορισμός και σημασία του "tacit"στα αγγλικά

01

σιωπηρός, υπονοούμενος

suggested or understood without being verbally expressed
tacit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tacit
συγκριτικός βαθμός
more tacit
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager 's tacit disapproval was apparent through his lack of encouragement.
Η σιωπηρή αποδοκιμασία του διευθυντή ήταν εμφανής μέσα από την έλλειψη ενθάρρυνσης.

Λεξικό Δέντρο

tacitly
taciturn
tacit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store