Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to systematize
01
συστηματοποιώ, οργανώνω μεθοδικά
to organize something according to a system or method, making it more efficient and structured
Transitive: to systematize a process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
systematize
γ΄ ενικό πρόσωπο
systematizes
ενεστώτα μετοχή
systematizing
απλός αόριστος
systematized
παθητική μετοχή
systematized
Παραδείγματα
The manager systematized the filing process, implementing a new digital system to categorize and store documents.
Ο διαχειριστής συστηματοποίησε τη διαδικασία αρχειοθέτησης, εφαρμόζοντας ένα νέο ψηφιακό σύστημα για την κατηγοριοποίηση και την αποθήκευση εγγράφων.
Λεξικό Δέντρο
systematizer
systematize
system



























