Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to systematize
01
συστηματοποιώ, οργανώνω μεθοδικά
to organize something according to a system or method, making it more efficient and structured
Transitive: to systematize a process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
systematize
γ΄ ενικό πρόσωπο
systematizes
ενεστώτα μετοχή
systematizing
απλός αόριστος
systematized
παθητική μετοχή
systematized
Παραδείγματα
We are systematizing our customer service procedures to improve efficiency.
Συστηματοποιούμε τις διαδικασίες εξυπηρέτησης πελατών μας για να βελτιώσουμε την αποτελεσματικότητα.
Λεξικό Δέντρο
systematizer
systematize
system



























