sybarite
sy
ˈsɪ
si
ba
rite
raɪt
rait

Ορισμός και σημασία του "sybarite"στα αγγλικά

01

συβαρίτης, ηδονιστής

an individual who is very fond of enjoying luxurious pleasures and items 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sybarites
Παραδείγματα
As a sybarite, he indulged in the finest wines and gourmet meals. 

Ως συβαρίτης, απολάμβανε τα καλύτερα κρασιά και γκουρμέ γεύματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sybaritic
sybarite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store