Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sybarite
01
συβαρίτης, ηδονιστής
an individual who is very fond of enjoying luxurious pleasures and items
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sybarites
Παραδείγματα
He lived the life of a sybarite, constantly surrounded by luxury and excess.
Έζησε τη ζωή ενός συβαρίτη, συνεχώς περιτριγυρισμένος από πολυτέλεια και υπερβολή.
Λεξικό Δέντρο
sybaritic
sybarite



























