swot
swot
swɒt
svot
swatsweat

Ορισμός και σημασία του "swot"στα αγγλικά

01

βιβλιοφάγος, μαθητής που απομνημονεύει

an insignificant student who is ridiculed as being affected or boringly studious 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swots
to swot
01

μελετώ εντατικά, στριμώχνω

to study hard and quickly, especially before an exam 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swot
γ΄ ενικό πρόσωπο
swots
ενεστώτα μετοχή
swotting
απλός αόριστος
swotted
παθητική μετοχή
swotted
Παραδείγματα
She had to swot for hours the night before the test to catch up. 

Έπρεπε να μελετήσει σκληρά για ώρες τη νύχτα πριν από τη δοκιμασία για να καλύψει την υστέρηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store