Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swot up
[phrase form: swot]
01
μελετώ εντατικά, στριμώχνω
to study thoroughly, especially in preparation for an exam
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swot
ενεστώτας
swot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swots up
ενεστώτα μετοχή
swotting up
απλός αόριστος
swotted up
παθητική μετοχή
swotted up
Παραδείγματα
Students should swot up the formulas extensively for the math competition.
Οι μαθητές θα πρέπει να μελετούν εντατικά τους τύπους για τον μαθηματικό διαγωνισμό.



























