to swot up
swot
swɒt
svot
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "swot up"στα αγγλικά

to swot up
01

μελετώ εντατικά, στριμώχνω

to study thoroughly, especially in preparation for an exam 
to swot up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swot
ενεστώτας
swot up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swots up
ενεστώτα μετοχή
swotting up
απλός αόριστος
swotted up
παθητική μετοχή
swotted up
Παραδείγματα
She's swotting up thoroughly on psychology for the research project. 

Αυτή μελετά εντατικά ψυχολογία για το ερευνητικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store