swizzle
swi
ˈswɪ
σουι
zzle
zəl
ζαλ
/swˈɪzə‍l/

Ορισμός και σημασία του "swizzle"στα αγγλικά

01

ένα swizzle, ένα κοκτέιλ swizzle

a type of cocktail made with rum, lime juice, sugar, and bitters, traditionally served over crushed ice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swizzles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store