Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sweetly
01
γλυκά, ευγενικά
in a kind, gentle, or pleasant manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The child sweetly asked if she could stay up late.
Το παιδί ρώτησε γλυκά αν μπορούσε να μείνει ξύπνιο αργά.
Παραδείγματα
The door opened sweetly with a gentle push.
Η πόρτα άνοιξε γλυκά με ένα απαλό σκούντημα.
03
γλυκά, με γλυκιά γεύση
with a pleasant sugary flavor or aroma
Παραδείγματα
Her tea steamed sweetly, infused with honey and mint.
Το τσάι της αχνιζε γλυκά, εμποτισμένο με μέλι και μέντα.
Λεξικό Δέντρο
sweetly
sweet



























