Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swat
01
χτυπώ, μαχαιρώνω
to hit with a swift and forceful motion, often with a swinging action
Intransitive: to swat at a target
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swat
γ΄ ενικό πρόσωπο
swats
ενεστώτα μετοχή
swatting
απλός αόριστος
swatted
παθητική μετοχή
swatted
Παραδείγματα
Startled by the surprise attack, he instinctively swatted at the wasp near his face.
Αναστατωμένος από την έκπληξη της επίθεσης, χτύπησε ενστικτωδώς την σφήκα κοντά στο πρόσωπό του.
02
σβάρωμα, κάνω ψευδή αναφορά έκτακτης ανάγκης για να πραγματοποιήσει η βαριά οπλισμένη αστυνομία επιδρομή σε κάποιο σπίτι
to make a false emergency report so heavily armed police raid someone's home
αργκό
Παραδείγματα
Someone swatted him after he livestreamed the game.
Κάποιος του έκανε swatting αφού έκανε live streaming του παιχνιδιού.
Swat
01
δυνατό χτύπημα, κοφτερό χτύπημα
a sharp blow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swats
Λεξικό Δέντρο
swatter
swat



























