svelte
svelte
svɛlt
σβελτ
unbeltsmeltveldtspelt

Ορισμός και σημασία του "svelte"στα αγγλικά

01

αδύνατη, κομψή

(of a woman) elegant and slender in built 
svelte definition and meaning
επιδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
sveltest
συγκριτικός βαθμός
svelter
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, body, elegance
Παραδείγματα
The svelte actress captivated audiences with her elegant appearance on the red carpet. 

Η αδύνατη ηθοποιός γοήτευσε το κοινό με την κομψή της εμφάνιση στο κόκκινο χαλί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store