Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swab
01
πατσαβούρα, βαμβακερό πινέλο
a small, soft material used by a doctor, nurse, etc. for applying medication, cleansing a wound, or taking samples from someone’s body
02
σκούπα, εργαλείο καθαρισμού δαπέδου
a mop or cleaning tool with a long handle and absorbent material on the end, used for cleaning floors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swabs
Παραδείγματα
She wrung out the swab before continuing to clean the floor.
Στύψει τη σφουγγαρίστρα πριν συνεχίσει να καθαρίζει το πάτωμα.
03
αντίχειρας, λήψη δείγματος
an act of cleansing a wound or taking samples from someone's body using a swab
to swab
01
πλένω με μια βούρτσα ή μια σφουγγαρίστρα, καθαρίζω με μια βούρτσα ή μια σφουγγαρίστρα
wash with a swab or a mop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swab
γ΄ ενικό πρόσωπο
swabs
ενεστώτα μετοχή
swabbing
απλός αόριστος
swabbed
παθητική μετοχή
swabbed
02
εφαρμόζω (συνήθως ένα υγρό) σε μια επιφάνεια, περνάω ένα υγρό πάνω σε μια επιφάνεια
apply (usually a liquid) to a surface
03
καθαρίζω με βαμβάκι, εφαρμόζω αντισηπτικό με βαμβάκι
to clean, apply medication to, or remove liquid from a wound using a swab
Transitive
Παραδείγματα
The dentist swabbed the extraction site with a disinfectant.
Ο οδοντίατρος σκούπισε τον τόπο εξαγωγής με ένα απολυμαντικό.



























