Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustained
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sustained
συγκριτικός βαθμός
more sustained
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, activity, performance
Παραδείγματα
The sustained applause from the audience showed their appreciation for the performer's talent.
Ο συνεχής χειροκρότημα του κοινού έδειξε την εκτίμησή τους για το ταλέντο του ερμηνευτή.
02
συνεχόμενος, συνεχής
(of an electric arc) continuous
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sustained
sustain



























