sustained
Pronunciation
/səˈsteɪnd/

Ορισμός και σημασία του "sustained"στα αγγλικά

01

διαρκής, συνεχής

remaining at a consistent level over time without interruption
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sustained
συγκριτικός βαθμός
more sustained
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government implemented sustained efforts to reduce poverty and improve living standards for its citizens.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε συνεχείς προσπάθειες για τη μείωση της φτώχειας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της.
02

συνεχόμενος, συνεχής

(of an electric arc) continuous
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store