Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sustained
Παραδείγματα
The government implemented sustained efforts to reduce poverty and improve living standards for its citizens.
Η κυβέρνηση εφάρμοσε συνεχείς προσπάθειες για τη μείωση της φτώχειας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της.
02
συνεχόμενος, συνεχής
(of an electric arc) continuous
Λεξικό Δέντρο
sustained
sustain



























