suspected
sus
ˈsəs
sēs
pec
pɛk
pek
ted
tɪd
tid
suspended

Ορισμός και σημασία του "suspected"στα αγγλικά

01

ύποπτος, ενδεχόμενος

(particularly of something bad) assumed to have happened or be the case without having any proof 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspected
συγκριτικός βαθμός
more suspected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The authorities evacuated the building due to a suspected gas leak, even though they hadn't detected any fumes. 

Οι αρχές εκκένωσαν το κτίριο λόγω ύποπτης διαρροής αερίου, παρόλο που δεν είχαν ανιχνεύσει καμία αναθυμίαση.

Λεξικό Δέντρο

unsuspected
suspected
suspect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store