Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
suspected
01
ύποπτος, ενδεχόμενος
(particularly of something bad) assumed to have happened or be the case without having any proof
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most suspected
συγκριτικός βαθμός
more suspected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The committee launched an investigation into the suspected embezzlement of funds after noticing irregularities in the accounts.
Η επιτροπή ξεκίνησε μια έρευνα για την ύποπτη υπεξαίρεση κεφαλαίων μετά από παρατηρούμενες ανωμαλίες στους λογαριασμούς.
Λεξικό Δέντρο
unsuspected
suspected
suspect



























