Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suspender
01
τιράντες, αντηρίδες παντελονιού
(used plural) a long narrow band of cloth that is passed over the shoulders used to keep the pants from falling
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
suspenders
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suspender
suspend



























