Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surprised
01
έκπληκτος, καταπληγμένος
feeling or showing shock or amazement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surprised
συγκριτικός βαθμός
more surprised
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, cognition
Παραδείγματα
She looked surprised when they threw her a birthday party.
Φαινόταν έκπληκτη όταν της έκαναν πάρτι γενεθλίων.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
surprisedly
unsurprised
surprised
surprise



























