surprised
surp
ˈsərp
σαρπ
rised
raɪzd
ραιζντ
/səˈpraɪzd/

Ορισμός και σημασία του "surprised"στα αγγλικά

01

έκπληκτος, καταπληγμένος

feeling or showing shock or amazement
surprised definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most surprised
συγκριτικός βαθμός
more surprised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They seemed genuinely surprised by the unexpected news.
Φαίνονταν πραγματικά έκπληκτοι από τα απροσδόκητα νέα.

Λεξικό Δέντρο

surprisedly
unsurprised
surprised
surprise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store