Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to surmise
01
υποθέτω, εικάζω
to come to a conclusion without enough evidence
Transitive: to surmise that
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surmise
γ΄ ενικό πρόσωπο
surmises
ενεστώτα μετοχή
surmising
απλός αόριστος
surmised
παθητική μετοχή
surmised
Παραδείγματα
After receiving vague responses, she surmised that there might be issues with the communication channels.
Αφού έλαβε ασαφείς απαντήσεις, υπέθεσε ότι θα μπορούσαν να υπάρχουν προβλήματα με τα κανάλια επικοινωνίας.
Surmise
01
εικασία, υπόθεση
an idea or conclusion formed on the basis of limited or uncertain evidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surmises
Παραδείγματα
The detective 's surmise linked the suspect to the missing documents.
Η εικασία του ντετέκτιβ συνέδεσε τον ύποπτο με τα αγνοούμενα έγγραφα.



























