to surmise
sur
mise
ˈmaɪz
maiz
baptizerepriseapprisedespise

Ορισμός και σημασία του "surmise"στα αγγλικά

to surmise
01

υποθέτω, εικάζω

to come to a conclusion without enough evidence 
Transitive: to surmise that
to surmise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surmise
γ΄ ενικό πρόσωπο
surmises
ενεστώτα μετοχή
surmising
απλός αόριστος
surmised
παθητική μετοχή
surmised
Παραδείγματα
Unable to find the missing document, he could only surmise that it might have been misplaced. 

Αδυνατώντας να βρει το έγγραφο που έλειπε, μπορούσε μόνο να υποθέσει ότι ίσως είχε τοποθετηθεί λάθος.

01

εικασία, υπόθεση

an idea or conclusion formed on the basis of limited or uncertain evidence 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
surmises
Παραδείγματα
His surmise about the cause of the accident proved to be correct. 

Η εικασία του για την αιτία του ατυχήματος αποδείχθηκε σωστή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store