Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supposed
01
υποτιθέμενος, τεθειμένος
generally believed or considered to be true, without definite proof or evidence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supposed
συγκριτικός βαθμός
more supposed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He is the supposed leader of the group, though no one has confirmed it.
Είναι ο υποτιθέμενος ηγέτης της ομάδας, αν και κανείς δεν το έχει επιβεβαιώσει.
02
υποτιθέμενος, τεκμαιρόμενος
mistakenly believed
03
υποτιθέμενος, ύποπτος
doubtful or suspect
04
υποτιθέμενος, τεθειμένος
based primarily on surmise rather than adequate evidence
Λεξικό Δέντρο
supposedly
supposed
suppose



























