Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
supporting
01
υποστηρικτικός, ενθαρρυντικός
furnishing support and encouragement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most supporting
συγκριτικός βαθμός
more supporting
διαβαθμίσιμο
02
φορέας, υποστηρικτικός
capable of bearing a structural load
03
δευτερεύων, υποστηρικτικός
(of an actor or role) of a great significance in a movie or play but not as important as the main role
04
υποστηρικτικός, βοηθητικός
providing aid or reinforcement to something else, often to enhance its effectiveness or importance
Παραδείγματα
The supporting evidence in the trial helped strengthen the defendant's case.
Τα υποστηρικτικά στοιχεία στη δίκη βοήθησαν να ενισχυθεί η υπόθεση του κατηγορούμενου.
Supporting
01
υποστήριξη, στήριγμα
the act of bearing the weight of or strengthening
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
supporting
support



























