bewitched
be
bi
witched
ˈwɪʧt
vicht
stitchedswitchedpitched

Ορισμός και σημασία του "bewitched"στα αγγλικά

01

μαγεμένος, γοητευμένος

under a magical or irresistible influence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bewitched
συγκριτικός βαθμός
more bewitched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She stared at the dancer with a bewitched look on her face. 

Κοίταξε τον χορευτή με ένα μαγεμένο βλέμμα στο πρόσωπό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store