Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewitched
01
μαγεμένος, γοητευμένος
under a magical or irresistible influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bewitched
συγκριτικός βαθμός
more bewitched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She stared at the dancer with a bewitched look on her face.
Κοίταξε τον χορευτή με ένα μαγεμένο βλέμμα στο πρόσωπό της.
Λεξικό Δέντρο
bewitched
bewitch
witch



























