Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bewitched
01
μαγεμένος, γοητευμένος
under a magical or irresistible influence
Παραδείγματα
Her bewitched expression revealed her complete fascination with the stranger.
Η μαγεμένη της έκφραση αποκάλυπτε την πλήρη γοητεία της από τον ξένο.
Λεξικό Δέντρο
bewitched
bewitch
witch



























