Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bewitch
01
μαγεύω, γοητεύω
to use a spell against someone
Παραδείγματα
The sorceress bewitched the knight, making him unable to leave the castle.
Η μάγισσα μάγεψε τον ιππότη, καθιστώντας τον ανίκανο να εγκαταλείψει το κάστρο.
02
γοητεύω, μαγεύω
to attract or charm someone strongly, as if under a spell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bewitch
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewitches
ενεστώτα μετοχή
bewitching
απλός αόριστος
bewitched
παθητική μετοχή
bewitched
Παραδείγματα
Her performance could bewitch any audience.
Η απόδοσή της θα μπορούσε να γοητεύσει οποιοδήποτε ακροατήριο.
03
γοητεύω, μαγεύω
to captivate or mesmerize someone intensely, like a magnetic attraction
Παραδείγματα
The magician's act bewitched the crowd.
Η πράξη του μάγου γοητεύει το πλήθος.
Λεξικό Δέντρο
bewitched
bewitching
bewitchment
bewitch
witch



























